Not seeing a Scroll to Top Button? Go to our FAQ page for more info.
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow

ΒΑΦΕΥΣ (Πογιατζής για βράκες, μαβί-πογιατζής)

 

Η πρώτη φορά που συναντούμε σε γραπτή πηγή το επάγγελμα του βαφέα στο Μουτουλλά είναι στο κατάστιχο XLIX (11864) της Αρχιεπισκοπής.

 

Αναφέρεται το όνομα: Χαραλαμπή πογιατζί Φανερωμένη.

Επίσης αναφέρονται δύο αδέλφια με το επάγγελμά τους:

Γρηγόριος Θεοδοσίου, ετών 21, μαβί πογιακής, εις Σκάλαν

            Γιάννης Θεοδοσίου, ετών 19, μαβί πογιακής, εις Λεμεσόν

 

 

Η γειτονιά των πογιατζήδων

 

Για το βάψιμο της βράκας χρειαζόταν πολύ νερό. Γι΄ αυτό και όλα τα εργαστήρια βαφής (χανούτια) ήταν συγκεντρωμένα κοντά στον ποταμό, στο σημείο της Κρύας Βρύσης.

Σε απόσταση λίγων μέτρων από την Κρύα Βρύση ήταν το χανούτι του Ιωάννη Μ. Κάσινου, στη συνέχεια ήταν ο Χριστόδουλος Επαμεινώνδας μόνος, και αργότερα με τους γιους του Ιωάννη και Νεοκλή. Λίγο πιο πέρα, απέναντι από μια μικρή δεξαμενή ήταν ο Δημοσθένης Φιλίππου, ο οποίος ήταν ο μόνος που κράτησε το επάγγελμα μέχρι τα τελευταία του. Κοντά στον Δημοσθένη ήταν και ο αδελφός του Σωκράτης.

Ακριβώς δίπλα από το εργαστήρι του Δημοσθένη ήταν το χανούτι του Τζυρκαλλή (Κυριάκου) Σοφόκλη. Πογιατζήδες ήταν και τα αδέλφια του Τζυρκαλλή, στον Καλοπαναγιώτη. Το επάγγελμα του πογιατζή ακολούθησαν και οι δυο γιοι του Τζυρκαλλή, Χριστόδουλος και ιδίως ο Σοφοκλής.

Μετά το εργαστήρι του Τζυρκαλλή ήταν το εργαστήρι των αδερφών Κωνσταντίνου και Ιωάννη Μ. Βοσκού.

Στην ίδια περιοχή πιθανόν να υπήρχαν και άλλα χανούτια, για τα οποία δεν έχουμε πληροφόρηση.

Το σκηνικό στη γειτονιά των πογατζήδων ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστικό:

Έξω, αλλά και μέσα σε κάθε εργαστήριο έβλεπες αρκετά μικρά στενόμακρα πιθάρια μέσα στο οποία έβαζαν τις βράκες για βάψιμο.

-       Έξω από κάθε εργαστήριο υπήρχαν μεγάλες πέτρες, κάποτε και ξερά κλαδιά πάνω στα οποία άπλωναν τις βράκες για να στεγνώσουν.

-       Στους τοίχους, έξω από τα χανούτια, υπήρχαν μπηγμένα παλούκια από τα οποία κρέμαζαν τις βράκες και τις έστυβαν.

-       Το χώμα κάτω, αρκετές φορές βρεγμένο και βαμμένο μεταξύ μπλε και μαύρου χρώματος

-        Η ατμόσφαιρα μύριζε λουλάκι και ροδόφυλλα

-        Κυρίαρχη μορφή σε κάθε χανούτι ο πογατζής, φορώντας τη βράκα του και με ανασκουμπωμένα τα μανίκια να βάζει και να βγάζει βράκες στα στενόμακρα πιθάρια, να τις ξεπλένει, να τις στύβει, να τις απλώνει να στεγνώσουν, και όταν τέλειωνε το βάψιμο να βάζει το φυτίλι (βρακοζώνι) και να τις διπλώνει με επιμέλεια.

 

Ο τρόπος βαψίματος της βράκας

 

Οι πογιατζήδες ακολουθούσαν σχολαστικά κάποια στάδια κατά τη διαδικασία βαψίματος της βράκας ώστε να επιτύχουν το καλύτερο αποτέλεσμα, σύμφωνα και με τις απαιτήσεις του πελάτη.

 

Υλικά:

Λουλάκι

Ασβέστης

Σόδα (η το φυτό τζένερη)

Ροδόφυλλα (φλούδες ροδιών)

Φύλλα ρουδιού (σουμακίου)

Καλαγκάθι (θειικός σίδηρος)

Νισιαστό (ρυζόκολλα)

Φυτίλι (για βρακοζώνι)

Ασφαλώς χρειαζόταν και μπόλικο νερό.

 

Απαραίτητα στο εργαστήριο έπρεπε να υπάρχουν:  

-         Εστία (νηστιά) για άναμμα φωτιάς και βράσιμο νερού (η μίγματος από υλικά)

-        Τουλάχιστον 3 στενόμακρα πιθάρια για τη βαφή (συνήθως το κάτω μέρος τους ήταν θαμμένο στο χώμα, ή κτισμένο σε δόμη για να μην κινείται

-        Χάλκινα ή τσίγκινα δοχεία για βράσιμο νερού (μίγματος)

-        Μια καλή φαούτα με την οποία κτυπούνταν οι βράκες για να καθαρίσουν.

 

 

Πορεία για το βάψιμο:

 

  • 1.Παραλαβή της βράκας: Ο πογιατζής πριν παραλάβει τη βράκα ενημέρωνε τον πελάτη για το κόστος, ανάλογα με το κατά πόσο ο πελάτης ήθελε κατάμαυρη ή γκριζομπλέ βράκα, αν την ήθελε κολλαρισμένη και μπροσιασμένη. Η τιμή ήταν ανάλογη με το βάρος. Όταν γινόταν πλήρης εξήγηση για τις απαιτήσεις του πελάτη, ο πογιατζής ζύγιζε τη βράκα και έκοβε την τιμή. Ασφαλώς η κατάμαυρη βράκα ήταν ακριβότερη γιατί απαιτούσε περισσότερα βουτήματα σε βαφή.   Η κολλαρισμένη στοίχιζε περισσότερο και ακόμη περισσότερο η μπροσιασμένη.

 

Σημειώνουμε εδώ ότι το ράψιμο της βράκας γινόταν από τη σύζυγο του βρακά και όταν εκείνη δεν ήξερε από κάποια άλλη γυναίκα, συνήθως συγγένισσα.

 

Για σκοπούς αντιστοίχισης βράκας – πελάτη ο πογιατζής έραβε τόσους κόμπους στη βράκα και σημείωνε στο δεφτέρι το όνομα του πελάτη, που αντιστοιχούσε στον τάδε αριθμό κόμπων ή έδενε στη βράκα μικρό ξύλο με τόσες εγκοπές και ανάλογο ξύλο έδινε και στον πελάτη ή κρατούσε σημείωση.

 

  • 2.Πλύσιμο: Πρίν αρχίσει η διαδικασία βαψίματος η βράκα πλενόταν καλά και ύστερα τοποθετούνταν πάνω σε μεγάλη πέτρα όπου κτυπιούνταν καλά με ξύλινη φαούτα για να καθαρίσουν καλά οι ίνες από την κόλλα που έβαζαν στο κάποτ (το ειδικό πανί με το οποίο έραβαν τις βράκες), έτσι ώστε να πιάσει καλά η μπογιά.

 

  • 3.Διαδικασία βαψίματος:

 

                     α) Βούτηγμα της βράκας 4-5 φορές σε χλιαρή διάλυση νερού, ασβέστη, σόδας και λουλακιού (σε παλαιότερα χρόνια που δεν υπήρχε εισαγόμενη σόδα, χρησιμοποιούσαν το φυτό τζένερη).

                    β) Βούτηγμα της βράκας για 2 ώρες σε καζάνι (χαρτζί χάλκινο ή τσίγκινο) με ζεστό μίγμα το οποίο ετοιμάστηκε από πριν με νερό, ροδόφυλλα (φλούδες από ρόδια κομμένες με μαχαίρι σε μικρά κομμάτια και φύλλα ρουδιού (σημακίου. Ρούδι υπήρχε σε μεγάλες ποσότητες στο χωριό). Ύστερα από το βράσιμο για δυο ώρες στο ζουμί αυτό, αυτό χυνόταν σε άλλο δοχείο μεταλλικό ή πήλινο) και φούσκωνε σ΄ αυτό η βράκα για 10-12 ώρες.

                   γ) Όταν περνούσαν οι 10 -12 ώρες ο πογιατζής έβγαζε τη βράκα από το ζουμί αυτό, την ξέπλενε καλά και την άπλωνε να στεγνώσει. Μετά το στέγνωμα ο πογιατζής τοποθετούσε τη βράκα σε μικρό πιθάρι στο οποίο είχε διαλύσει προηγουμένως καλαγκάθι (θειικό σίδηρο). Σ΄ αυτό το δοχείο η βράκα έμενε για άλλες 10 – 12 ώρες.

                  δ) Ύστερα από τις 10 – 12 ώρες ο πογιατζής έβγαζε το βράκα από το διάλυμα αυτό, την ξέπλενε, τη στέγνωνε και την έβαζε σε ζουμί ρουδιού και ροδοφύλλων.

                  ε) Αφού περνούσαν οι 10 – 12 ώρες η βράκα ξεπλενόταν καλά ξανά και αφού στέγνωνε έμπαινε ξανά σε διάλυμα νερού με καλαγκάθι.

 

Για να αποκτήσει η βράκα πλήρες μαύρο χρώμα η παραπάνω διαδικασία (δ, ε,) επαναλαμβανόταν 2 και περισσότερες φορές.

Αν ο πελάτης ήθελε τη βράκα για καθημερινή χρήση, τότε ζητούσε λιγότερα βουτήματα, οπότε και το κόστος βαφής ήταν μικρότερο.

 

                  στ) Όταν τελείωνε το βάψιμο γινόταν ένα πολύ καλό, τελικό ξέπλυμα και στέγνωμα της βράκας. Για να καθαρίσει εντελώς η βράκα από υπολείμματα μπογιάς κατά το ξέπλυμα, ο πογιατζής ποδοπατούσε καλά τη βράκα στο νερό πριν την απλώσει για στέγνωμα στις πέτρες ή στο φράκτη.

 

 

 

  • 4.Κολλάρισμα: Αν ο πελάτης ήθελε κολλάρισμα, με αυξημένη χρέωση ασφαλώς, τότε ο πογιατζής, πριν το τελικό ξέπλυμα, προχωρούσε σ΄ αυτή τη διαδικασία. Διέλυε σε βραστό νερό νισιαστό ή ρυζόκολλα, το μετάγγιζε σε πιθάρι και έκανε μέσα το τελευταίο βούτηγμα της βράκας.   Στη συνέχεια γινόταν το τελικό ξέπλυμα και στέγνωμα. Με το κολλάρισμα γινόταν σταθεροποίηση της μπογιάς στο ύφασμα.

 

  • 5.Μπρόσιασμα: Οι πλούσιοι πελάτες ή και συνηθισμένοι πελάτες για τις επίσημες βράκες τους ζητούσαν να γίνει σ΄ αυτές και μπρόσιασμα. Το μπρόσιασμα ήταν η δημιουργία πιέττων (δίπλων) στη βράκα, κάτι που απαιτούσε αρκετό χρόνο από μέρους  του πογιατζή. Στη περίπτωση του μπροσιάσματος, ο πογιατζής, ύστερα από το τελευταίο καλό ξέπλυμα, περνούσε στη βράκα φυτίλι, βρακοζώνι, και την κρέμαζε σε ένα παλούκι του τοίχου. Τότε ο πογιατζής έπαιρνε με πολλή υπομονή κομμάτι κομμάτι τη βράκα και έκανε δίπλες από πάνω ως κάτω τις οποίες συγκρατούσε με μικρά, σχισμένα κομμάτια καλαμιού (καννιού). Ο σκοπός που τοποθετούσε τα καλάμια στις δίπλες ήταν για να μη χαλάσουν κατά το στέγνωμα. Μετά το στέγνωμα, ο πογιατζής αφαιρούσε προσεκτικά τα καλάμια, δίπλωνε με ιδιαίτερη φροντίδα τη βράκα και την τύλιγε με το περίσσευμα του φυτιλιού.

 

Η βράκα ήταν έτοιμη να παραδοθεί στον πελάτη. Οι πογιατζήδες ήξεραν τις απαιτήσεις των τακτικών πελατών τους και προσπαθούσαν να τις ικανοποιήσουν.

Όταν είχαν ικανοποιητικό αριθμό έτοιμων βρακών από ένα χωριό, ή ομάδα γειτονικών χωριών, τότε έπαιρναν το γαϊδούρι και καβάλλα σ΄ αυτό πήγαιναν για την παράδοση και, ασφαλώς, την πληρωμή τους.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που τους άφηναν βερεσέ ή πληρώνονταν μέρος της δουλειάς. Συνήθως οι πογιατζήδες πήγαιναν στα τούρκικα χωριά Παρασκευή, που ήταν αργία και στα ελληνικά Κυριακή.

Τις πιο πολλές φορές η έξοδος για παραλαβή – παράδοση βρακών συνεπαγόταν και διανυκτέρευση σε άλλα χωριά για 1 – 2 νύχτες.

 

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ» ΒΑΦΕΩΝ ΤΟΥ ΜΟΥΤΟΥΛΛΑ ΣΕ ΑΛΛΑ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

Οι άντρες του Μουτουλλά, νέοι και γέροι, σχεδόν όλοι τους βρακάδες τότε, δεν ήταν αρκετοί ως πελάτες για να συντηρήσουν τους πολλούς πογιατζήδες με τις οικογένειές τους.

Κάποιους πελάτες είχαν από τα γειτονικά χωριά, αλλά και εκεί υπήρχαν κάποιοι πογιατζήδες.

Τη λύση έδωσε η αναζήτηση πελατών σε πιο απομακρυσμένα χωριά, της Σολιάς και κυρίως της Πάφου. Σε πολλά χωριά της επαρχίας της Πάφου, ελληνικά και τούρκικα, οι Μουτουλιώτες πογιατζήδες έκαναν τακτικούς πελάτες αλλά και φιλίες.

Οι πογιατζήδες του Μουτουλλά έβλεπαν ότι η τακτική μετάβαση σε άλλα χωριά για αναζήτηση πελατών δεν είχε ικανοποιητικά αποτελέσματα, γι΄ αυτό αποφάσισαν να ανοίξουν βαφεία σε άλλα μέρη για αύξηση της πελατείας τους.

 

Ο Κώστας Μ. Βοσκού (Φελλάς) άνοιξε βαφείο στους Τορνάρηδες (Κάτω Πλάτρες).

Ο Χαράλαμπος Χ΄΄ Λοής άνοιξε βαφείο στη Βάσα, εργοδοτώντας άλλο πογιατζή να εργάζεται σ΄ αυτό.

Ο Σοφοκλής Κακουλλής (Ηλιάδης) μαζί με τον Ιωάννη Επαμεινώνδα, ενοικίασαν ένα χώρο στο Καραβοστάσι και άνοιξαν εκεί βαφείο. Η σκέψη τους ήταν να πάρουν ως πελάτες άντρες από την Τηλλυρία που τότε μετέβαιναν για βάψιμο των βρακών τους στη Μόρφου.

 

Δυστυχώς καμιά από τις παραπάνω απόπειρες επέκτασης των «επιχειρήσεων» δεν είχε ικανοποιητικά αποτελέσματα, γι΄ αυτό και εγκαταλείφθηκαν.

 

Ο μόνος πογιατζής που έφυγε από το χωριό σε παλαιότερα χρόνια και έκανε μεγάλη περιουσία ήταν ο Χ’’ Γρηγόριος Χ΄΄ Θεοδοσίου που πήγε στο Λεονάρισσο και παντρεύτηκε εκεί. Ο ίδιος ήταν και ένας απο τους δύο μεγάλους δωρητές για το κτίσιμο της νέας εκκλησίας του Μουτουλλά.